Opinion

Δική σας η πατρίδα, μα τίποτε δικό σας…

Αυτή είναι η Πατρίδα. Ή ότι απέμεινε από αυτή και λαμπυρίζει πια στους βυθούς όπου ποντίστηκαν τα κλέη του παρελθόντος.

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Αναπόφευκτη η καθημερινή συνάντηση  με τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες, τη ψευδολογία του πολιτικάντη , τη κακομοιριά του λαού. Των αρχαιόπληκτων συνανθρώπων  μας που αντλούν αυτοεκτίμηση από τον Πλάτωνα, τον Περικλή, τον Αριστοτέλη… Μια εύχρηστη αυθυποβολή, μια βολική ουτοπία που καθηλώνει στο μακρινό παρελθόν, στο θλιβερό παρόν, στο δυστοπικό  μέλλον.

Όμως, αν υπάρχουν Έλληνες, ένεκα αυτής της αυθυποβολή και αυτής της  ουτοπίας επέζησαν. Γιατί μετά από τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, νομοτελειακά  θα έπρεπε να έχουν εξαφανιστεί.

 Όμως- όπως έλεγε ο Καζαντζάκης- η ουτοπία, που έγινε πίστη, δεν τους αφήνει να πεθάνουν. H Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί μέσα από διαδοχικά θαύματα. Το κράτος σταθερά υπολειτουργεί, το ίδιο και οι συλλογικές προσπάθειες, όπως και οι περισσότεροι θεσμοί, οι οποίοι είναι απλώς εισαγόμενοι, και ποτέ δεν έπιασαν τόπο, σε αυτούς τους αναρχικούς εγωιστές που είναι οι Νεοέλληνες. Αν είναι να λάμψει, η Ελλάδα θα το κάνει πάντα μέσα από μεμονωμένους ήρωες, που γίνονται παρανάλωμα, παρά κάθε προσδοκία. Η Ελλάδα προχωράει μέσα από τις εξαιρέσεις της είχε πει ο Χατζιδάκις.

Σαν την εξαίρεση της θυσίας του Παπαφλέσσα, τον αγώνα του Κολοκοτρώνη, την ανιδιοτέλεια της Μαυρογένους, την περηφάνια του Νικηταρά.

Κάποιοι λίγοι Έλληνες τα δίνουν όλα και κάποιοι λιγότερο Έλληνες τα παίρνουν όλα.  «Αυτή είναι η Πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ` αυτή: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, θεοί κι εξουσία, σκέψη και θέληση- όλα ξένα! Κανένας δε συλλογάται πως όλα τ΄αγαθά μαζεύονται σε λίγα χέρια. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαυτός σας και η ψυχή σας είναι δικά τους». (Απολογία Σωκράτη)

Αυτή  είναι η Πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ` αυτή!

«Μαύρο φως, λάσπη γύρα, σκλάβα γνώμη

κι’ ούτε Μάνα-Πατρίδα κι’ ούτε Νόμοι

κι’ ούτε Ομορφιά κι’ Αλήθεια κι’ Αρετή.

Τα πάντα λεία του ξένου Πειρατή». (Χρυσή Πατρίδα- Βάρναλης)

Αυτή είναι η γη της Ελλάδας και αυτών που την κατοικούν. Όπως γράφει ο Νίτσε: «ξανά και ξανά  μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον τους, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους».

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν μίσος και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Ενίοτε δε  κάποιος εμφανίζεται και αναγνωρίζει την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι χαμηλότερης  ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

Αυτή  είναι η Πατρίδα. Ή ότι απέμεινε από αυτή  και λαμπυρίζει πια  στους βυθούς όπου ποντίστηκαν τα κλέη του παρελθόντος.

Αυτή είναι η Πατρίδα που χάνει και χάνεται. Αλλά πάλι, όποτε το άρμα φτάνει  στην άβυσσο οι ηνίοχοι σώζονται  με αχίλλειο πήδημα.  

Του Σικελιανού  ο συλλογισμός.

Γιατὶ δὲν εἶπα: «ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»

μὰ «ἂν εἶν᾿ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…

μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,

τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφός…»

νὰ πού, ὅ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,

νὰ ποὺ ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!…

«O tempora o mores» αναφωνεί από τη σπαρασσόμενη Ρώμη  ο Κικέρων,   απηυδισμένος από τους σφετεριστές της Δημοκρατίας.  καθώς η Ρώμη σπαράσσεται.

Ως πότε θα καταχρώνται την υπομονή μας. Και θα δοκιμάζουν την αντοχή μας. Πολύ μπαρούτι χυμένο  στα σκοτεινά δρομάκια των φτωχογειτονιών  του αναπτυγμένου κόσμου. Ποιος άραγε είναι ο σπινθήρας που θα ανάψει τη φωτιά της εξέγερσης;

Αλλά πάλι πόσες φορές το αρχικά  πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού,  δεν έχανε τη χρώμα του και τη λάμψη του και τελικά  κατέληγε φθηνό αντίγραφο,  θλιβερή  καρικατούρα…

Για την Ελλάδα μιλώ και σκοτίζομαι.  Δεν έχω τη φιλοσοφική λίθο μήτε και είμαι αλχημιστής. Φοβάμαι όμως.  Και μνημονεύω τη ματιά του Ρίτσου ως επιμύθιο.

« Με τρομάζει η ομορφιά σου.

Σε πεινάω. Σε διψάω.

Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ᾿ εμένα».

Related posts

«Εφυγε» ο Κωνσταντίνος Ξενάκης

iR

Αδιέξοδα για ακόμη περισσότερες κατεστραμμένες γενιές

iR

Τι σχεδιάζει η κυβέρνηση στην δικαιοσύνη

iR

Leave a Comment

X
Welcome to iReporter
Welcome to WPBot
wpChatIcon