Politics

Κυβέρνηση: Η Ελλάδα είναι έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο απέναντι στην Τουρκία

Θέλει πόλεμο η Άγκυρα; Γιατί ο Ερντογάν στήνει σκηνικό έντασης με την Αθήνα Οι κινήσεις της Τουρκίας φέρνουν νέα ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και κάνουν ακόμη πιο δύσκολη μια πιθανή διαπραγμάτευση

«Δεν φοβόμαστε. Προετοιμαζόμαστε για κάθε ενδεχόμενο. Αναδεικνύουμε παντού ότι δεν υπάρχει καμία έννομη συνέπεια από παράνομες ενέργειες της Τουρκίας», δήλωσε ο Στέλιος Πέτσας για την τουρκική προκλητικότητα.

Παράλληλα, και χαρακτήρισε πολύ θετική τη δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πριν από δύο ημέρες. «Είναι μία σαφής καταδίκη της Τουρκίας και πλήρης αναγνώριση των ελληνικών θέσεων. Πρώτον, ότι οι παράνομες ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Και δεύτερον ότι τα νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, όπως και το χερσαίο έδαφος. Επομένως, έχουμε ένα πολύ σαφές πλεονέκτημα. Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει ότι η θέση της Ελλάδας είναι σωστή. Η προετοιμασία μας, τα σωστά μηνύματα που στέλνουμε παντού, θα συμβάλουν ώστε να μην έχουμε περαιτέρω ζητήματα. Αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε μια σχέση καλής γειτονίας, η οποία μπορεί να σφυρηλατείται από δύο. Δεν μπορεί μόνο από έναν», υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλώντας στον ΣΚΑΪ.

Στο ίδιο μήκος κύματος και οι δηλώσεις του υφυπουργού Άμυνας, Αλκιβιάδη Στεφανή, ο οποίος πριν λίγες μέρες πραγματοποίησε περιοδεία στον Εβρο. Σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ, ο Αλκιβιάδης Στεφανής υπογράμμισε ότι δεν συμφέρει πρωτίστως την Τουρκία να προκαλέσει θερμό επεισόδιο, καθώς έχει πολλά ανοιχτά μέτωπα στο εσωτερικό της, στη Λιβύη, τη Συρία αλλά και στον τομέα της ενέργειας και συνεπώς, δεν επιθυμεί ένα μέτωπο με την ΕΕ. «Σας θυμίζω ότι αυτή τη στιγμή στα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορα υπάρχουν αντιπρόσωποι 27 ευρωπαϊκών χωρών», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Σχετικά με τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στην «Καθημερινή» και όσα είπε περί πρόωρων εκλογών ο κ. Πέτσας δήλωσε: «Δείχνει μόνο μία λέξη: Ανησυχία. Λοιπόν, να διαλύσουμε την ανησυχία του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Δεν πρόκειται να γίνουν εκλογές. Δεν υπάρχει στη σκέψη του Πρωθυπουργού κάτι τέτοιο».

Πρόσθεσε ότι το δεύτερο στοιχείο που αποπνέει η συνέντευξη του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ είναι η άγνοια. «Δεν μπορεί να λέει ότι η Ελλάδα έχει μεγάλη ύφεση και ότι είχε μπει στην ύφεση, πριν από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η ύφεση στο πρώτο τρίμηνο στην Ελλάδα είναι 0,9%, όταν στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν πάνω από 3%, κοντά στο 4%. Επομένως, ποια ύφεση βρίσκει σαν πάτημα για να κάνει κριτική ο κ. Τσίπρας; Ίσα ίσα, η οικονομία της χώρας μας έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και μπήκε με ταχύτητα στο 2020. Και το φρένο του Μαρτίου -λόγω της πανδημίας- δεν ήταν τελικά τόσο μεγάλο, όσο όλοι ανέμεναν. Επιπλέον, για το μέλλον οι πρόδρομοι δείκτες και ο δείκτης παραγγελιών -όπως ο PMI και ο δείκτης της οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ- δείχνουν ότι είμαστε σε καλύτερο επίπεδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και απ’ ό,τι όλοι θα περιμέναμε», είπε.

Σχετικά με την οικονομία και την αντιμετώπιση των συνεπειών από τον κορωνοϊό, ο κ. Πέτσας είπε ότι η κυβέρνηση από την αρχή διευκόλυνε όλους, εργαζόμενους και επιχειρηματίες, ώστε να ξεπεράσουν με τον πιο ανώδυνο τρόπο αυτή την πρωτοφανή εξωγενή κρίση του κορωνοϊού. «Τι θα κάνουμε από εδώ και μετά: Εφόσον έχουμε δώσει παρατάσεις για την πληρωμή των ασφαλιστικών και των φορολογικών υποχρεώσεων, καταλαβαίνουμε όλοι όταν πλέον φτάσουμε στο τέλος Σεπτεμβρίου ή Οκτωβρίου, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να ανταποκριθούν όλοι στο σύνολο των ποσών που θα έχουν συσσωρευτεί. Επομένως, θα τους διευκολύνουμε και μετά. Αυτό είναι δεδομένο. Είναι απόφαση του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης να υπάρξει διευκόλυνση. Τις ακριβείς λεπτομέρειες θα τις ανακοινώσουμε στην πορεία. Οι πολίτες δεν θα “στραγγαλιστούν” όταν θα πάνε να ξαναπιάσουν το νήμα της ζωής τους, από εκεί που το άφησαν τον Φεβρουάριο», συνέχισε.

Ειδικά για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο κρασί είπε ότι έχει καταργηθεί μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

«Εμείς φροντίσαμε μέσα στο 2020 -με απόφαση του υφυπουργού Οικονομικών κ. Βεσυρόπουλου- να γίνουν επιστροφές σε όσους είχαν προπληρώσει και ήταν πολλοί. Αυτό που μένει είναι το ζήτημα του ΦΠΑ, που είναι κοινοτικό και ήδη συζητείται», πρόσθεσε ενώ διαβεβαίωσε ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησης για μειώσεις φόρων και εισφορών -όπως έχει πει πρόσφατα ο Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του- ισχύει απολύτως.

«Και μάλιστα -όπως έχει πει- θα ξεκινήσουμε σχετικά σύντομα. Και θα ξεκινήσουμε από μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, γιατί προτεραιότητά μας, αυτό το διάστημα, είναι η εργασία, η στήριξη της απασχόλησης», συμπλήρωσε.

Επιπλέον τόνισε ότι έχει σημασία η ύφεση να είναι όσο το δυνατό πιο σύντομη. «Το θέμα, όμως είναι, γρήγορα να φύγουμε από αυτήν και να πάμε σε ανάκαμψη στην οποία βεβαίως θα βοηθήσει η εμπιστοσύνη που χτίσαμε το προηγούμενο διάστημα. Έρχονται επίσης και τα χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, 32 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης, πλέον των 20 δισ. από το ΕΣΠΑ, για την περίοδο 2021 – 2027. Όλα αυτά είναι πάνω από 50 δισ., πάνω από το ¼ του ΑΕΠ του 2019. Είναι πάρα πολλά τα χρήματα και η ευθύνη της Κυβέρνησης είναι πολύ μεγάλη. Θα σχεδιάσει ένα πρόγραμμα που θα μπορέσει πραγματικά να μεταμορφώσει την Ελλάδα. Μέχρι το τελευταίο τρίμηνο της χρονιάς, θα έχουμε σαφές σχέδιο που θα δείχνει πως θα πάει η χώρα τα επόμενα τρία χρόνια», υπογράμμισε.

Για τις τράπεζες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι το προηγούμενο χρονικό διάστημα, είχαν καεί, επενδύοντας είτε στο Ελληνικό Δημόσιο -και είχαν το αποτέλεσμα του «κουρέματος» των ομολόγων- είτε σε προσδοκίες που διαψεύστηκαν, «λόγω της πολιτικής αλλαγής του 2015».

Και συνέχισε: «Όπως λέμε, “όταν καείς από τον χυλό, φυσάς και το γιαούρτι”. Έφτασε, όμως, η ώρα να αλλάξει αυτό. Δεν πρέπει να ζητούν συνεχώς εμπράγματες ή άλλες εξασφαλίσεις. Όταν η τράπεζα έχει μπροστά της ένα σχέδιο, το οποίο μπορεί να φέρει τα αποτελέσματα που προσδοκά και ο επιχειρηματίας, ο οποίος βάζει τα λεφτά του, τότε είναι η ώρα να το χρηματοδοτήσει και όχι να ψάχνει συνεχώς εξασφαλίσεις. Το διάστημα που οι τράπεζες έψαχναν συνεχώς για εξασφαλίσεις, έχει περάσει και η ρευστότητα που μπορούν να αντλήσουν είναι πάρα πολύ μεγάλη».

Επιπρόσθετα είπε ότι ήδη με το πακέτο της κυρίας Λαγκάρντ με το QE. φτάνει περίπου 24-25 δισ. ευρώ και υπάρχουν άλλα περίπου 10 δισ. ευρώ, λόγω του waiver.

«Υπάρχει, λοιπόν, φθηνός δανεισμός για τις τράπεζες και είναι προς το συμφέρον τους να τον αξιοποιήσουν, γιατί κερδίζουν και από τα χρήματα που δανείζουν», διαμήνυσε.

Τέλος σε ότι αφορά τη διαφημιστική καμπάνια για τον τουρισμό και την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι υπάρχει κατασκευή ψεύτικης είδησης. «Ένα fake news καραμπινάτο, το οποίο διακινήθηκε και δυστυχώς υιοθετήθηκε και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση ότι το spot για τον ελληνικό τουρισμό κόστισε δήθεν 32 εκατ. ευρώ. Ε, δεν κόστισε τίποτα! Πώς να το κάνουμε; Αυτή είναι η αλήθεια. Ο ΕΟΤ φυσικά και έχει έναν προϋπολογισμό, αλλά ο προϋπολογισμός αυτός δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τη συγκεκριμένη καμπάνια. Την καμπάνια αυτή την τρέχει η Marketing Greece, η οποία δεν είναι μια διαφημιστική εταιρεία. Είναι μια εταιρεία μη κερδοσκοπική, στην οποία συμμετέχουν οι βασικοί φορείς του τουρισμού μας, ο ΣΕΠΕ και το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος. Και η εταιρεία αυτή ανέλαβε την καμπάνια δωρεάν και έδωσε τα πνευματικά δικαιώματα στον ΕΟΤ. Άρα, δεν χρειάζεται να διαφωνούμε για απλά πράγματα, ούτε να κατασκευάζει κανείς fake news», δήλωσε.

Η  διαφαινόμενη πρόθεση της Τουρκίας να προχωρήσει σε σεισμικές έρευνες σε «οικόπεδα» της AOZ που υποστηρίζει ότι έχει οριοθετήσει από κοινού με την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης, οικόπεδα τα οποία εφάπτονται της ελληνικής αιγιαλίτιδος ζώνης

(που είναι η μόνη μορφή κυριαρχίας που αναγνωρίζει στα ελληνικά νησιά η Τουρκία), προκάλεσε όπως ήταν αναμενόμενο μεγάλη ανησυχία.

Αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι η Τουρκία δείχνει προς το παρόν να μην έχει κόστος από την εμπλοκή στο λιβυκό εμφύλιο πόλεμο, καθώς η πλευρά της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης με έδρα την Τρίπολη φαίνεται να κερδίζει έδαφος απέναντι στον στρατάρχη Χαφτάρ που δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τους φιλόδοξους στρατιωτικούς στόχους του, με τη Ρωσία έναν εκ των βασικών συμμάχων του να αποσκοπεί τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε στρατιωτικό κυρίως να μεθοδεύσει μια πολιτική συνεννόηση και πολιτική λύση παρά την κατίσχυση της πλευράς Χαφτάρ.

Αυτό σημαίνει ότι απομακρύνεται το ενδεχόμενο να είναι η λιβυκή πλευρά αυτή που θα προχωρήσει σε απόρριψη ή αναθεώρηση της τουρκολιβυκής συμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Και αυτό σημαίνει ότι για ένα διάστημα η Τουρκία θα διατηρήσει το τετελεσμένο να μπορεί να υποστηρίζει ότι τουλάχιστον μία από τις χώρες της περιοχής αποδέχεται τη δική της ερμηνεία ότι τα νησιά δεν διαθέτουν αυτοτελή δική τους ΑΟΖ και είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε από κοινού οριοθέτηση με την Τουρκία.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία προσπαθεί να ενισχύσει τη συνολική διπλωματική της θέση. Αυτό αποτυπώνεται σε σχέση με την προσπάθεια να αποκαταστήσει μια ισορροπία στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, όπου ύστερα και από το πάγωμα ουσιαστικά της ενεργοποίησης των S-400, οι τόνοι έχουν εμφανώς πέσει. Αυτό κάνει με την εξασφάλιση για πρώτη φορά πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών να είναι Τούρκος.

Η πραγματική δυσκολία

Προφανώς και από το σημείο αυτό μέχρι την έναρξη εκμετάλλευσης υπάρχει μια μεγάλη απόσταση. Καταρχάς, ακόμη και εάν προσπεράσει τις προφανείς ελληνικές αντιδράσεις και παρεμβάσεις, θα πρέπει όντως η Τουρκία να εντοπίσει σε αυτές τις εκτάσεις εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Έπειτα, τα κοιτάσματα αυτά θα πρέπει όχι απλώς να είναι εκμεταλλεύσιμα αλλά και να φαίνονται δυνάμει αποδοτικά στο φόντο της παγκόσμιας υποχώρησης της ζήτησης αλλά και της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Όμως, το πιο βασικό πρόβλημα που θα πρέπει να επιλύσει η Άγκυρα είναι ακριβώς το γεγονός ότι ανάμεσα στις μονομερείς διακηρύξεις και την υλοποίησή τους, υπάρχει μια μεγάλη απόσταση όπου δεν είναι δεδομένο ότι θα συνεχίσει να συναντά ανοχή, ξεκινώντας από το ίδιο το γεγονός των ελληνικών αντιδράσεων και της εμφανούς ύπαρξης συγκρουόμενων ερμηνειών και τοποθετήσεων για τα συγκεκριμένα ζητήματα.

Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα με τετελεσμένα. Μπορεί να ανακόπτουν τις  κινήσεις άλλων ή να εμπεδώνουν την εικόνα ότι ένα θέμα είναι διαφιλονικούμενο και απαιτεί διαπραγμάτευση, αλλά δεν συνεπάγονται και καθαυτό αναγνώριση του «τετελεσμένου».

Αυτή είναι και η εσωτερική αντίφαση της Τουρκίας. Την ώρα που κατορθώνει να κατοχυρώσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και ανεξαρτήτως της όποιας προσπάθειας της ελληνικής πλευράς να πείσει περί του αντιθέτου, ότι υπάρχει θέμα ελληνοτουρκικών διαφορών που απαιτεί κάποιου είδους «συμβιβασμό» ανάμεσα στις δύο πλευρές, δεν μπορεί να υποστηρίξει το αυτοδίκαιο των δικών της μονομερών ενεργειών.

Είναι ένα πράγμα, δηλαδή, να αναγνωρίσει η διεθνής κοινότητα ότι υπάρχουν ζητήματα διαφορών ή «γκρίζων ζωνών» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία και ότι δεν έχουν πλήρη νομιμοποίηση οι ελληνικές πάγιες θέσεις και άλλο πράγμα να αναγνωρίσει πλήρως τις τουρκικές μονομερείς ενέργειες. Και αυτό ορίζει τη δύσκολη ισορροπία για την Τουρκία: από τη μια χρειάζεται τα «τετελεσμένα» γιατί ενισχύουν την εικόνα διένεξης που χρειάζεται μεσολάβηση, από την άλλη ακριβώς επειδή πρόκειται περί διένεξης δεν μπορεί και να προχωρήσει πέραν ενός σημείου. Στο τέλος, δηλαδή, θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι όντως θα γίνει η διαπραγμάτευση με τον τρόπο που την ορίζει.

Τα όρια των αμερικανικών παρεμβάσεων

Η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε σημαντική την αμερικανική παρέμβαση επί του θέματος, δηλαδή τη δήλωση εκπροσώπου του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών που υποστήριξε ότι οι ενέργειες της Τουρκίας είναι «προκλητικές και αντιπαραγωγικές» και υπογράμμισε ότι το «η Ελλάδα έχει επίσης θαλάσσιες αξιώσεις στην περιοχή που αναφέρεται το μνημόνιο της Τουρκίας και της Λιβύης. Ως προς αυτό, υπογραμμίζουμε ότι το μνημόνιο συμφωνίας δεν μπορεί, από νομικής άποψης ζήτημα, να επηρεάσει τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τρίτων κρατών, όπως η Ελλάδα. Σημειώνουμε επίσης ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όπως αντικατοπτρίζεται στο δίκαιο της Σύμβασης για τη Θάλασσα, τα νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα στον ίδιο βαθμό με οποιαδήποτε άλλη χερσαία επικράτεια».

Βέβαια, στην πραγματικότητα ο εκπρόσωπος του State Department απλώς επανέλαβε την ίδια δήλωση που είχε το υπουργείο του τον περασμένο Ιανουάριο, όταν επίσης είχε χαρακτηριστεί ως «προκλητική και αντιπαραγωγική» η ανακοίνωση της υπογραφής του τουρκολιβυκού μνημονίου και όταν επίσης είχε υπογραμμιστεί ότι «τα νησιά έχουν γενικά δικαίωμα στην ΑΟΖ και στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα στον ίδιο βαθμό με οποιαδήποτε άλλη χερσαία περιοχή».

Ωστόσο, ούτε εκείνη η δήλωση ούτε η σημερινή από μόνη της σημαίνει και ανακοπή των τουρκικών κινήσεων.

Με μια έννοια το κλειδί στην αμερικανική τοποθέτηση δεν είναι τόσο το ζήτημα της αναγνώρισης ότι τα νησιά έχουν αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (άλλωστε οι ΗΠΑ το έχουν αξιοποιήσει αυτό σε διάφορες νησιωτικές περιοχές τους), όσο ο τρόπος που ορίζουν τη διένεξη: «Ως ζήτημα μακροχρόνιας πολιτικής, ενθαρρύνουμε τα κράτη να επιλύουν τις διαφορές τους ειρηνικά σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Εν αναμονή της οριοθέτησης των ανεπίλυτων θαλάσσιων συνόρων, καλούμε όλες τις πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια να μην θέσουν σε κίνδυνο ή να εμποδίσουν την επίτευξη τελικής συμφωνίας για τα θαλάσσια σύνορα».

Είναι σαφές ότι αυτή η πάγια θέση των ΗΠΑ παραπέμπει στην παραδοχή ότι όντως υπάρχει μια διένεξη ως προς τα θαλάσσια σύνορα εντός της οποίας τα μέρη θα πρέπει να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση. Αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι διαφορετικό από την πάγια θέση της ελληνικής διπλωματίας ότι το διεθνές δίκαιο είναι με τη μεριά της Ελλάδας και η Τουρκία απλώς παρανομεί. Οι ΗΠΑ δεν καταδικάζουν καθαυτές τις τουρκικές αξιώσεις αλλά τον τρόπο προβολή τους, εμμέσως πλην σαφώς καλώντας σε διαπραγμάτευση με ορίζοντα συμβιβασμό μέσα από αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Αυτή η τοποθέτηση ορίζει και το πραγματικό όριο της παρέμβασης των ΗΠΑ. Δεν επιθυμούν προφανώς σύγκρουση ανάμεσα σε δύο χώρες που θεωρούν στρατηγικούς συμμάχους τους και τις παροτρύνουν να διαπραγματευτούν απευθείας και να συμβιβαστούν.

Τα όρια των ελληνικών κινήσεων

Η ελληνική διπλωματία δείχνει απέναντι σε όλα αυτά να προσπαθεί να ενεργοποιήσει την κατεύθυνση στην οποία είχε επενδύσει το προηγούμενο διάστημα, δηλαδή μια διπλωματική κινητικότητα που τρόπον τινά θα διαμόρφωνε αντίστροφα τετελεσμένα και θα πίεζε την Τουρκία στο βαθμό που θα έδινε την εικόνα της απομόνωσής της.

Αυτό δείχνει η εκ νέου κινητικότητα για χάραξη ΑΟΖ με την Ιταλία και με την Αίγυπτο και η επιμονή στην πολιτική της αναβάθμισης της συνεργασίας με την Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Μόνο που σε όλα αυτά τα βήματα υπάρχουν και δυσκολίες. Η χάραξη ΑΟΖ με την Ιταλία, μια χώρα με την οποία έχουμε από παλαιότερα οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας δεν είναι τόσο απλή όσο ακούγεται εφόσον υπάρχει το πρόβλημα με τα δικαιώματα αλιείας αλλά και το συναφές πρόβλημα για την οριοθέτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων στη θάλασσα, πάλι σε συνάρτηση με ζητήματα αλιείας. Όμως, πέραν αυτών είναι ένα ζήτημα εάν η Ιταλία (που παρεμπιπτόντως δεν είδε με το καλύτερο μάτι την εξαίρεσή της από τις χώρες από τις οποίες η Ελλάδα θα υποδέχεται επισκέπτες), θα θελήσει σε αυτή τη συγκυρία και με δεδομένο το ανοιχτό μέτωπο της Λιβύης και να θελήσει να κάνει μια κίνηση που σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να θεωρηθεί παρέμβαση στην ευρύτερη σύγκρουση στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Ακόμη πιο σύνθετο είναι το ζήτημα με την Αίγυπτο, που μπορεί να συγκρούεται με την Τουρκία σε μέτωπα όπως η Λιβύη (πέραν του ρήγματος που δημιούργησε η ανατροπή της κυβέρνησης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας), όμως δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα ήθελε σε αυτή τη φάση να εμπλακεί πιο στενά σε μια σύγκρουση.

Όσο για το Ισραήλ μπορεί να επιμένει στη συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο, όμως την ίδια στιγμή προφανώς θα εμπλεκόταν σε μια ευρύτερη σύγκρουση, ιδίως από τη στιγμή που, ανεξαρτήτως της αμοιβαίας αντιπάθειας Ερντογάν και Νετανιάχου, το Ισραήλ θα ήθελε να αποκαταστήσει ένα βαθμό συνεννόησης και συνεργασίας με την Τουρκία, κυρίως απέναντι στο Ιράν.

Η δύσκολη ισορροπία

Η ελληνική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι θα απαντήσει με κάθε τρόπο στις τουρκικές προκλήσεις και ότι υπάρχουν οι σχετικοί σχεδιασμοί των Ένοπλων Δυνάμεων, για την περίπτωση που η Τουρκία θα προσπαθήσει να κάνει σεισμικές έρευνες σε περιοχές που ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και δη σε σημεία που ουσιαστικά είναι πολύ κοντά στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη.

Ωστόσο, και η ελληνική πλευρά γνωρίζει τους κινδύνους μιας πιθανής ένοπλης εμπλοκής. Σε αντίθεση, με μια εύκολη εξιδανίκευση αυτού του ενδεχομένου, η ένοπλη κλιμάκωση μιας τέτοια διένεξης δεν οδηγεί στη δικαίωση των αιτημάτων όσων κατισχύσουν σε αυτή, όσο στην ακόμη μεγαλύτερη πίεση για διαπραγμάτευση και συμβιβασμό.

Η τοποθέτηση ότι η λύση είναι τελικά να επιλέξει και η Ελλάδα με μεγαλύτερη τόλμη μια στρατηγική διαλόγου και διαπραγμάτευσης χωρίς εκπτώσεις αλλά εφ’ όλης της ύλης, αντί για την εκτίμηση ότι κατά βάση το άνοιγμα ζητημάτων τελικά οδηγεί σε υποχωρήσεις, έχει ακουστεί πολλές φορές ιδίως έναντι των ορίων μιας λογικής στασιμότητας (έστω και με έντονη ρητορική) που τελικά αφήνει περιθώρια στην Άγκυρα για τετελεσμένα.

Όμως, την ίδια στιγμή έχει κληθεί να απαντήσει και στο ερώτημα με ποιους όρους η προσέλευση στη διαπραγμάτευση δεν θα γίνει με όρους αδυναμίας, την ώρα που είναι σαφές ότι θα ήταν αφελές να πιστεύει η ελληνική πλευρά ότι με κάποιο τρόπο η Τουρκία θα βρεθεί καθολικά απομονωμένη ή ότι κάποιοι άλλοι θα ασκήσουν την πίεση που δεν μπορεί η Ελλάδα. Εάν υποθέσουμε ότι η Τουρκιά δοκιμάσει όντως σεισμικές έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού θα σπεύσουν και όχι κάποιας άλλης χώρας της περιοχής.

Η εξίσωση αυτή γίνεται πιο δύσκολη, εάν δούμε ότι και η Τουρκιά διαπερνάται επίσης από μία κρίσιμη αντίθεση: ενώ κατά βάση θέλει μια διαπραγμάτευση και κατανοεί ότι μέχρι να γίνει αυτή οι αξιώσεις της δεν θα μπορούν να δικαιωθούν, την ίδια ώρα οι «προβολές ισχύος» έχουν γίνει βασικός τρόπος όχι μόνο εξωτερικής πολιτικής αλλά και διαχείρισης εσωτερικών πολιτικών αντιθέσεων.

Και αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη μια διαπραγμάτευση που παρ’ όλα αυτά παραμένει η μόνη εφικτή διέξοδος από μια διαρκή εναλλαγή εντάσεων.

Λιβύη: Ο στρατός του Χαφτάρ αντεπιτίθεται – Κατέρριψε δύο τουρκικά drones

Στην.. αντεπίθεση περνάει ο Εθνικός Στρατός της Λιβύης (LNA), μετά της απανωτές υποχωρήσεις των προηγούμενων ημερών που είχαν φέρει τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ με την πλάτη στον τοίχο.

Έτσι, όπως ανακοίνωσε στρατός του Χαφτάρ, το Σάββατο, κατέρριψαν δύο τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV) κοντά στην Σύρτη.

Σύμφωνα με το Al-Masdar News, το οποίο επικαλείται την επίσημη σελίδα του Εθνικού Στρατού της Λιβύης στο Facebook, οι δυνάμεις του κατέρριψαν δύο τουρκικά αεροσκάφη που βοηθούσαν τις δυνάμεις της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας του Φαγιέζ Αλ-Σάρατζ στην περιοχή Al-Washaka, δυτικά της Σύρτης.

Την ίδια στιγμή από την πλευρά του, το Στρατιωτικό Τμήμα Πληροφοριών του LNA επεσήμανε ότι «ο στρατός απέτρεψε την προσπάθεια των υποστηριζόμενων από την Τουρκία δυνάμεων και των μισθοφόρων να εισβάλουν στην πόλη της Σύρτης, νωρίτερα την ίδια μέρα».

Ανέφεραν ακόμη ότι «οι στρατιωτικές δυνάμεις κυνηγούν τις δυνάμεις του Al-Wefaq (GNA) μετά την απόκρουση της επίθεσής τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες σε εξοπλισμό και ζωές».

Τόνισαν, δε, πως «οι μάχες έχουν προχωρήσει πέρα ​​από τα διοικητικά σύνορα της Σύρτης, ενώ οι δυνάμεις της Πολεμικής Αεροπορίας καλύπτουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις».

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος της Γενικής Διοίκησης του Εθνικού Στρατού, Στρατηγός Ahmed Al-Mismari, δήλωσε ότι «οι δυνάμεις μας ξεκίνησαν μια αντεπίθεση το Σάββατο, ενάντια στις δυνάμεις του Σάρατζ στην περιοχή Al-Hisha, ανατολικά της Misrata».

Οι δηλώσεις αυτές έρχονται λίγες ώρες αφότου οι δυνάμεις του GNA, σύμφωνα πάντα με το Al-Masdar News, ανακοίνωσαν την έναρξη μιας νέας επιχείρησης που ονομάζεται «Path of Victory», με στόχο τον έλεγχο των περιοχών Αλ Ουασάκα, Μπουβαϊράτ, Αλ-Χασούν, Τζαρφ, Αμπου Χάντι και το κομβικής σημασίας λιμάνι της Σύρτης.

Related posts

Μια πολιτική κατευνασμού, υποχωρητικότητας και δουλικότητας…

iR

Φώφη: Η κυβέρνηση καθιερώνει την λογική «μισή δουλειά – μισός μισθός»

iR

Ως ύποπτοι Γ.Φιλιππάκης,Α.Τάρκας και Γ.Παπαδάκου στην προανακριτική επιτροπή

iR

Leave a Comment

X
Welcome to iReporter
Welcome to WPBot
wpChatIcon