Ωκεάνια ψέματα

0
79

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Ήταν μια αφόρητα βαρετή, προβλέψιμη και τυπική διαδικασία. Γεμάτη κλισέ και συνθήματα και χωρίς ίχνος φαντασίας, συνέπειας, υπέρβασης.

Ξεχώρισα τον ασυναγώνιστό στη ρητορική δεινότητα Βενιζέλο, τον ρεαλιστή Κουτσούμπα,  τον αποκαλυπτικό Παφίλη και τον συναισθηματικό Σαλμά…

Αναφέρομαι στην υπόθεση Novartis. Σκάνδαλο παγκοσμίου διαστάσεως αλλά και σκάνδαλο εθνικής διαχείρισης.

Στη Βουλή έγινε μια δίκη προθέσεων. Με υπονοούμενα και αλληγορίες με ευθείες απειλές και τσαμπουκάδες.

Σκηνικό που μου θύμισε έντονα την περιβόητη «Δίκη» του Κάφκα. Στο βιβλίο του ο Τσεχοεβραίος συγγραφέας  περιγράφει  την κατάσταση… κάποιου που κατηγορείται για… κάτι.

Αρχικά όλα διαδραματίζονται με μάλλον κωμική διάθεση: δύο εντελώς συνηθισμένοι κύριοι εμφανίζονται ένα πρωί στο σπίτι του Κ. που βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι του, και κατά τη διάρκεια μιας μάλλον ευχάριστης συζήτησης του ανακοινώνουν πως είναι κατηγορούμενος και πως η διαλεύκανση της υπόθεσής του αναμένεται να διαρκέσει πάρα πολύ καιρό. Η όλη κατάσταση είναι παράλογη,  αστεία και αρχικά προκαλεί γέλωτα. Χωρίς καθυστερήσεις και με λίγες εξηγήσεις, οι φύλακες τον συλλαμβάνουν.

Στην καρδιά του μυθιστορήματος είναι η πάλη και η αγωνία του Γιόζεφ Κ. να καταλάβει και να εξηγήσει «γιατί» κατηγορείται.

Οι απαντήσεις που ενίοτε λαμβάνει παραμένουν ορθολογικές, τεκμηριωμένες αλλά και συνάμα ανούσιες.  Η αγωνία του πρωταγωνιστή να εκφράσει τους προβληματισμούς του αμφιταλαντεύονται σε ένα πλαίσιο από έτοιμες απαντήσεις που πρέπει να αποδεχτεί. Κανόνες και αποφάσεις που ελήφθησαν γι’ αυτόν αλλά δίχως αυτόν.

Η απρόσωπη έκφραση της εξουσίας μέσα από την άσκηση αρχών και κανόνων συνθέτουν ένα πλαίσιο από διαδικασίες τα οποία ξεπερνούν τον ατομικισμό και την ουσία της ύπαρξης του. Για τον Γιόζεφ, η φρίκη της εξουσίας εκδηλώνεται μέσα από ορθολογικές απαιτήσεις που δεν δικαιολογούνται στην ανθρώπινη λογική. Η μόνη λογική είναι ο φόβος της συνέπειας που βασίζεται στην άσκηση δύναμης και  νόμων που ο Γιόζεφ Κ. δήθεν παρέβλεψε.

Ο φόβος της φυλακής γίνεται το εργαλείο καταναγκασμού  ώστε να αποδεχτεί ο πολίτης μια νέα τάξη πραγμάτων που επιβάλει η πανίσχυρη εξουσία.  

Το  σημαντικότερο σημείο στο έργο του Κάφκα είναι ότι κανένας από τους εξουσιαστές δεν ασχολείται με την προσωπική αγωνία γιατί δεν τη αποδέχεται ως αναγκαία. Θεωρούν την αποδοχή και συγκατάβαση του πρωταγωνιστή-πολίτη, δεδομένη.

Η λογική του δεδομένου ίσως να γίνεται εύκολο μέσο αποφυγής δύσκολων απαντήσεων από τους υπεύθυνους. Συνάμα, η αποδοχή του δεδομένου παραμένει απόλυτα καταστρεπτική γιατί ανατρέπει την υπαρξιακή έννοια του ατομικισμού και της συλλογικότητας.

Οι έτοιμες απαντήσεις, οι απαντήσεις- σκονάκι, διευρύνουν το χάσμα στην ελληνική κοινωνία και η αδυναμία των ισχυρών του πλούτου και της εξουσίας καθηλώνουν ακόμη και την ψυχολογία.

Ο άνεργος, ο ενδεής, ο ταπεινός άνθρωπος στην Ελλάδα του 2018 αποφεύγει τη δημόσια παρουσία, συμπεριλαμβανομένης και της διαμαρτυρίας, γιατί νιώθει ότι δικάζεται κάθε στιγμή από ένα σύστημα που τον ξεπερνά με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει απαντήσεις. Απαντήσεις που δεν σχετίζονται τόσο με τον τρόπο εξεύρεσης χρημάτων για την πληρωμή των λογαριασμών  όσο  για την ανάγκη να υποστεί συνέπειες καταστάσεων που ο ίδιος δεν διαμόρφωσε.  Η έλλειψη πειστικών απαντήσεων σωρεύει αγωνίες και αδυνατίζει την ελπίδα ή έστω την προσδοκία για την αντιπροσωπευτικότητα του πολιτικού  συστήματος. Ο πολίτης καλείται να στηρίζει ένα σύστημα το οποίο τον συνθλίβει χωρίς να του παρέχει πειστικές  απαντήσεις και ουσιαστικές διευκρινίσεις.

Η παρακολούθηση της συζήτησης στη Βουλή, αποδυναμώνει την όποια πίστη σε αυτό το σύστημα.

Διαχρονικό το κλισέ: «Είμαστε οι καλοί, οι άλλοι είναι κλέφτες και εξαθλίωσαν τη χώρα».

Απλό αλλά αποτελεσματικό έστω και αν προσιδιάζει στη ρητορική του εθνικολαϊκισμού! Με αυτό το κλίμα είναι βέβαιο ότι στην πορεία προς τις εκλογές οι πολιτικοί αρχηγοί από το στόμα τους δεν θα παραθέτουν επιχειρήματα αλλά θα βγάζουν…αφρούς!

Στόχος η πόλωση, η συσπείρωση και η μεταφορά του παιχνιδιού στο γήπεδο του καθενός!

Αναμφίβολα, ξαναστήνεται το πολιτικό σκηνικό της δεκαετίας του` 60. Ο  διχασμός είναι έντονος και οι ρηγματώσεις στην ελληνική κοινωνία βαθύτατες. Αναβίωσαν ακόμη και τα μπλε και συριζί καφενεία

Οι νταήδες των παρατάξεων προκαλούν με τη στάση τους και ο πολιτικός λόγος αποτελεί μίγμα χυδαίου τσαμπουκά και εκδικητικού παραληρήματος.  Το σύμπτωμα  είναι μεγαλύτερο  από όσο δείχνει. Και δεν είναι άσχετο με το φόβο που νιώθουν όλοι: πολίτες και πολιτικοί…

Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και κάθε αστραπή και βροντή εντείνει τον πανικό. Γιατί, κακά τα ψέματα- κανένας δεν θέλει να χάσει τα προνόμια της εξουσίας από έναν… κατώτερο αντίπαλο!

Ο Κάφκα στο κεφάλαιο που επιγράφεται  «Το τέλος», βάζει τον ήρωα να μην πασχίζει πια. Ο ήρωας, φαίνεται να γνωρίζει καλά ότι τον περιμένει το τέλος και να το αποδέχεται ως λύτρωση ή ακόμη σαν κάτι βαθύτερο.  Ερωτήματα όπως «ποιος ήταν; ένας μονάχος; Όλοι; Ένας που συμπονούσε; Ένας που ήθελε να βοηθήσει;», φαίνεται να μην έχουν ιδιαίτερη θέση μπροστά στην αποδοχή της καταδίκης. «Σαν το σκυλί! » είπε στο τέλος, σα να αναγνωρίζει ως μοναδική αξία κι αλήθεια τη συναίσθηση της αξιοπρέπειας.

Υπάρχει  ακόμα «Ο ωκεανός της συνείδησης» όπως έγραψα στο προηγούμενο άρθρο μου. Όπως συνυπάρχουν και τα ωκεάνια ψέματα…

Υ.Γ. «Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε».

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here