Τα κοράκια πάνω απο το…πτώμα

0
67

Η ΤτΕ μόλις ανακοίνωσε την ετήσια έκθεση νομισματικής πολιτικής την οποία κατέθεσε στη Βουλή και στην οποία φαίνονται ξεκάθαρα οι προβλέψεις και όλα τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια. Η διαμόρφωση των μακροοικονομικών δεδομένων για την επόμενη τριετία σχετίζεται βέβαια με την άσκηση οικονομικής πολιτικής την τετραετία που διανύουμε υπό την παρούσα κυβέρνηση. Φαίνεται λοιπόν από τα δεδομένα πως με τις παροχές και τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα η κυβέρνηση δημιουργεί ένα κενό άνω του 1% του ΑΕΠ, το οποίο ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ και θα κληθεί να το αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση.

Επίσης, η αύξηση στο ΑΕΠ δεν έχει καμία δυναμική, καθώς θα κυμαίνεται για τα επόμενα 3 χρόνια κοντά στο 2%, όταν όλες οι μελέτες μιλούν για ένα διπλάσιο ποσοστό που θα χρειαστεί η ελληνική οικονομία για μακροχρόνιο διάστημα, ώστε να ανακάμψει σε πραγματικούς όρους κυρίως στο θέμα των επενδύσεων, λόγω της υποεκτέλεσης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.

Εκτός αυτού, ακόμα και το πρωτογενές πλεόνασμα που στήριζε η κυβέρνηση στην υπερφορολόγηση θα είναι τουλάχιστον 0,5% κάτω από τον στόχο του 3,5%, γεγονός που υποδηλώνει ότι όχι μόνο δεν μπορούν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά οφέλη στα συμφωνημένα μέτρα από το τρίτο Μνημόνιο, αλλά ενδεχομένως να κληθεί η επόμενη κυβέρνηση από τους δανειστές να ψηφίσει και νέα μέτρα, αν δεν ανατραπεί άμεσα το κλίμα στις αγορές. Δυστυχώς, η πολιτική της παρούσας κυβέρνησης έχει αναδείξει σημαντικούς κινδύνους για τα επόμενα χρόνια της ελληνικής οικονομίας, καθώς δόθηκε έμφαση στην πρόσκαιρη κατά κεφαλήν κατανάλωση μέσω ειδικών ή γενικών επιδομάτων σε μισθωτούς και συνταξιούχους, όταν η χώρα έχει χαμηλή παραγωγή και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει αρνητικό. Επιπρόσθετα, παρά τη σταδιακή πτώση της ανεργίας, μέσω της μερικής κυρίως απασχόλησης, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα δυσανάλογα με τους αντίστοιχους δείκτες της ΕΕ, γεγονός που εμποδίζει την κοινωνική συνοχή.

Η κοινωνική πολιτική που άσκησε η κυβέρνηση μέσω των επιδομάτων, όπως φαίνεται από τα στοιχεία, δεν μείωσε ιδιαίτερα τις εισοδηματικές ανισότητες, ενώ δεν περιόρισε και τον κίνδυνο φτώχειας κυρίως της μεσαίας τάξης, γεγονός που φαίνεται τόσο από την πτώση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια, όσο και της παραγωγικότητας στην εργασία.

Αν τα παραπάνω συνδυαστούν με τον πυρήνα τον μακροοικονομικών δεδομένων, που είναι το υπέρογκο δημόσιο χρέος σε απόλυτα νούμερα άνω του 180% του ΑΕΠ, ο χαμηλός πληθωρισμός κάτω του 2% λόγω αδύναμης εγχώριας ζήτησης και η ανίσχυρη συσσώρευση πάγιου κεφαλαίου, τότε είναι πασιφανές γιατί η ελληνική οικονομία είναι καθηλωμένη τόσο σε επίπεδο ΑΕΠ όσο και ονομαστικών μισθών.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως τόσο η πολυετής ύφεση στη χώρα όσο και η παρούσα διακυβέρνηση ενός μοντέλου χαμηλών κινήτρων για επένδυση, με τον τραπεζικό τομέα να μην έχει συνέλθει πλήρως από το σοκ του 2015, μπορεί να οδηγήσουν την οικονομία σε μια μόνιμη εσωτερική βλάβη, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα τόνωσης της παραγωγής, ώστε να επιταχυνθούν οι επενδύσεις, η καινοτομία, η παραγωγικότητα, και να αλλάξει έτσι σημαντικά η ψυχολογία των αγορών με μειωμένα επιτόκια υπέρ της Ελλάδας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι τραπεζικός – οικονομολόγος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here