Τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα και τα κάλαντα

0
172

Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιάς

Όσο περνούν τα χρόνια και κυριαρχεί ο Ευρωπαϊσμός μιμητισμός, ξεκόβουμε από την παράδοση μας, από τα ήθη και έθιμα, που μας συνδέουν διαχρονικά με το παρελθόν και μας διδάσκουν να σεβόμαστε την ιστορική πολιτιστική ταυτότητας μας.

Η σύγχρονη οικονομική ελίτ της παγκοσμιοποίησης για να υλοποιήσει τα σχέδια της, για μια ενιαία κοινωνία χωρίς ρίζες και ταυτότητα φροντίζει να απαξιώσει κάθε τι που συνδέει τους ανθρώπους με την ρίζα τους και την ιστορία τους.

Τέτοιες μέρες των μεγάλων γιορτών όπως τα Χριστούγεννα σ’ όλη τη χώρα υπήρχε η χαρά και η αλληλεγγύη και για τα παιδιά που από νωρίς την αυγή γέμιζαν τους δρόμους και τις γειτονιές με τις παιδικές φωνές και χριστουγεννιάτικους ήχους. Τα χριστουγεννιάτικα δένδρα, με διάφορες δικαιολογίες σταματήσαμε να τα στολίζουμε και τη θέση τους πήρε ένα καράβι, οι δάφνες και οι μυρτιές που στόλιζαν τις πόρτες των αυλών και τις εισόδου των σπιτιών αντικαταστάθηκαν από διάφορες ξενόγλωσσες χαλκομανίες,( Merry Christmas, Happy New Year) τη μπόσκα και το ρόδι για το καλό του χρόνου κέρδισαν τα γούρια. Πόσοι το βράδυ ή ανήμερα κόβουν το «χριστόψωμο» στο οικογενειακό τραπέζι και τρώνε αντί για χοιρινό την γαλοπούλα με συνταγή gourmet;

Τα κάλαντα, όπως διατηρήθηκαν από την εποχή του Βυζαντίου, επιβίωσαν και μέσα στη μακροχρόνια σκλαβιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έφτασαν μέχρι τις μέρες μας, όπου τα παιδιά με δυσκολία βγαίνουν να τα ψάλουν στους δρόμους.

Αυτά όπως ψάλλονται σήμερα έχουν όλα τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των δημοτικών τραγουδιών μας, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την σύγχρονη καταγωγή μας. Και όσα είναι συνθεμένα σε δεκαπεντασύλλαβους και τραγουδιούνται χωρίς ν’ αλλάξει ο στίχος τους, με διάφορες τοπικές επιρροές, γλωσσικά ιδιώματα ή προσθήκες δεν παρουσιάζουν αρνητικά το νόημα του «καλήν ημέρα / άρχοντες, αν είναι ο ορισμός σας /Χριστού την θείαν γέννηση  να πως στ’ αρχοντικό σας,

Χριστός γεννάται σήμερα εν βηθλεέμ την Πόλη, οι Ουρανοί αγάλλονται/ Χαίρει η κτίσης όλη», ή Χριστός γεννάται, /χαρά στον κόσμο, χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια». Εκτός απ’ αυτά είναι κι’ άλλα Κάλαντα συνθεμένα σε ομοιόμορφους δεκαπεντασύλλαβους στα νησιά, στην Στερεά Ελλάδα, τη Θράκη, Μικρά Ασία, στην Κρήτη.

Στα πρώτα χρόνια, τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι έφτιαχναν παρέες με διάφορα όργανα έβγαιναν στις γειτονιές και τους δρόμους. Σταδιακά οι ομάδες μειώνονταν μέχρι να φθάσουμε στο σημείο της σπανιότητας και κανείς να μην ενδιαφέρεται για την διατήρηση τους . Εν μέρει οφείλεται στην «τρομοκρατία που άσκησαν πριν μερικά χρόνια ορισμένα τηλεοπτικά μέσα, ότι τα παιδιά κινδυνεύουν να πέσουν θύματα κάποιων κακοηθών πολιτών και να τους κλέψουν τα δώρα που τους έδωσαν οι γείτονες όταν τους είπαν τα κάλαντα.

Ο λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος στο βιβλίο του «Έθιμα των Χριστουγέννων» γράφει: « ό ρόλος της ιερής αναγγελίας της γιορτής άρχισε να χάνει την εθιμική του αναγκαιότητα και να γίνεται γιορταστική επαιτεία, με στόχο την επίκαιρη διάθεση του κοινού για δώρα και μποναμάδες (σελ 49) και συνεχίζει ότι θα πρέπει να πειστούμε ότι αυτό το πατροπαράδοτο έθιμο στην εθνική μας ζωή» τονίζοντας, να μην βλέπουμε σαν ενόχληση ή επαιτεία. Θα πρέπει να το βλέπουμε σαν φωνή των αιώνων, που θα μείνει για να δίνει μια εθνική νότα στα ολοένα διεθνοποιημένα Χριστούγεννα μας (σελ 50).

Τα τραγούδια που μας λένε έχουν την τριπλή μαγική σύνθεση της Μεγάλης Ευχής την αφήγηση, του επαίνου και το μέλος. Με την περιγραφή του θαυμαστού γεγονότος, η ευλογία της καλής αγγελίας μας περισκεπάζει. Με τον υπερβολικό έπαινο («Εσένα πρέπει , αφέντη μου, καράβι να αρματώσεις..» ) το καλομελέτημα φέρνει το τυχερό αποτέλεσμα. Και μες το μουσικό μέλος όλα γίνονται τελετουργικά. Ώσπου δένονται στο τέλος με το καλό φιλοδώρημα της νοικοκυράς, που είναι πάντα μια εγγύηση για το φιλικό κοίταγμα της τύχης».

Τις παραδόσεις αυτές δεν τις βλέπουμε ούτε όπως παλιότερα σε ορισμένα ετήσια ειδικά αφιερώματα σε μέσα ενημέρωσης αλλά τις βρίσκουμε πλέον στα βιβλία και σε ποιητικές συλλογές. ‘Όπως τα διηγήματα του Βασίλη Μουστάκη, του Φώτη Κοντόγλου στον «Καπετάνιο Αγιογράφο», Στα Χριστουγεννιάτικα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Διονύση Κόκκινου στον «Γκρίζο» , του Δ.Ι. Μαγκριώτη «Χριστούγεννα» Φιλ. Α. Καββαδία Χριστούγεννα στο Βίκο» του Σπύρου Μελά «η Γέννηση του Σωτήρα», κ.α.

Όπως και οι ποιητές μας ο Γιώργος Δροσίνης, ο Θ. Κωνσταντινίδης . ο Στέλιος Σπεράτζας, ο Νίκος Καρμίρης, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κωστής Παλαμάς, ο Νίκος Σφυροέρας, που μέσα από τα γραπτά τους σώζουν την παράδοση μας.

Μήπως μπροστά σε αυτή την κατάσταση του εθνομηδενισμού και ανθελληνισμού οι δάσκαλοι, οι καθηγητές και οι πολιτικοί να αναθεωρήσουν τις μιμητικές παγκοσμιοποιημένες απόψεις και να θυμηθούν ότι τα έθιμα κι’ αν θέλουμε να τ’ αρνηθούμε, ανταποκρίνονται στις πιο βαθιές ανάγκες του ανθρώπου: την ανάγκη να επιβιώσει και να εξασφαλίσει μια συνέχεια από γενιά σε γενιά να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους μέσα στις κοινωνικές ομάδες που ανήκει να ταυτιστεί με το γύρω κόσμο με τον κύκλο των εποχών με την ίδια τη ζωή.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here