Η έβδομη μέρα

0
594

Του Κώστα Παπαθεοδώρου

Με γύρισε πολλά χρόνια πίσω αυτό το βιβλίο. Τότε που ουρλιάζαμε μαζί με τον Allen Ginsberg για «τα καλύτερα  μυαλά της γενιάς μας,  τα χαλασμένα από την τρέλα, τα λιμασμένα υστερικά γυμνά, να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση…»

Τότε που εισπνέαμε τις μεθυστικές αναθυμιάσεις των beatnik ψάλλοντας στους ναούς της άρνησης  και της απόρριψης ότι “κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να περάσει από αυτή τη ζωή, χωρίς να βιώσει έστω μία φορά την αίσθηση ότι εξαρτάται μόνο από τον εαυτό του, μαθαίνοντας τη δική του αλήθεια και τη δύναμή του”.

Τότε που έμπλεοι έπαρσης, αλαζονείας και με τη βεβαιότητα ότι  τίποτε δεν είναι πίσω μας, όλα είναι μπροστά μας, παπαγαλίζαμε  μονότονα και πληκτικά το αποδιδόμενο στον Μπουκόφσκι συμπέρασμα πως «το πρόβλημα με τον κόσμο είναι ότι οι έξυπνοι άνθρωποι είναι γεμάτοι αμφιβολίες, ενώ οι ηλίθιοι είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση».

Τότε που μεθούσαμε άλλοτε με ψευδαισθήσεις- ενίοτε και με παραισθήσεις- υπερβέβαιοι  ότι εμείς δεν ζούμε μήτε και θα ζήσουμε ποτέ με κανόνες!

Μεγάλη εισαγωγή για να φτάσω στο θρόισμα των πεύκων. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ! Μια προδιαγεγραμμένη ιστορία τοξικομανίας. Σαν αυτές που τότε αντίκρισα, άκουσα, βίωσα χωρίς ποτέ να ελπίζω ότι κάποιος, κάπου, κάποτε θα βρει τις κατάλληλες- απλές λέξεις για να  γράψει για τη φρίκη, τη δυστυχία, την απελπισία. Και να περιγράψει τη (συν)ευθύνη.  Ή έστω, να αναρωτηθεί δημόσια για το ενδεχόμενο (συν)υπαιτιότητας.

Ο Νίκος Μπιλανάκης – ψυχίατρος στο επάγγελμα- ανάβει τους προβολείς φωτίζοντας τα σκοτάδια του Οδυσσέα. Του ταξιδευτή Οδυσσέα που- έχοντας αναμετρηθεί με τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες- ξανοίγεται στην αφρισμένη θάλασσα αλλά η Ιθάκη είναι πατρίδα και όχι  προορισμός. Και το καράβι τσακίζει.  Το μικρό καραβάκι  που φτιάχτηκε από τα υλικά της αμμουδιάς.  Η θάλασσα θύμωσε και πήρε πίσω ότι (δήθεν) απλόχερα πρόσφερε.

Στα βράχια τσακίζονται και οι παιδικές σάρκες. Για να σβήσουν τη στέρηση. Ακόμη και οι μανάδες κάποιες φορές προσφέρουν το κέρμα στο βαρκάρη για να περάσει απέναντι τα σπλάχνα  τους. «Έφυγε και γλύτωσε» άκουσε η Έλλη να μονολογεί τη μάνα του συντρόφου της…

Στις περιπέτειες αυτές δεν υπάρχουν δεδομένα, απαντήσεις, συμπεράσματα, πορίσματα. Μόνο ερωτήματα, αμφιβολίες, ενοχές. Και πόνος. Ατελεύτητος. Αιώνιος σύντροφος. Ούτε και άκουσα για  ξωτικά  που έρχονται τις άγρυπνες νύχτες και  σβήνουν τις μνήμες.

Περιγραφές και παραδοχές όπως «Ο Οδυσσέας, ένας αποκαθηλωμένος πατέρας μπορεί επιτέλους να αγκαλιάσει  το σακατεμένο παιδί του» εκρηγνύουν όλα τα συναισθήματα και σπάνε τα υδάτινα φράγματα των δακρύων.

Σ` αυτή τη λαβωμένη κανονικότητα ξανασυναντιούνται πατέρας και κόρη. Για να ξανακουβεντιάσουν. Δύσκολα αλλά τα καταφέρνουν. Η Έλλη νικάει τους δαίμονές της. Κερδίζει τη μάχη. Αλλά η ζωή είναι πόλεμος. Είναι καθημερινή εποποιία. Είναι ουρλιαχτό και αλήθεια, είναι πόνος και ψευδαισθήσεις.

Για τον Οδυσσέα είναι  παραμύθι με λυπημένο τέλος.  Η δημιουργία διήρκεσε έξι ημέρες. Την εβδόμη μέρα ο θεός όπως και η θάλασσα πρωτύτερα, δε χασομέρησε. Άρχισε να θερίζει ψυχές.

Έφυγε  η Έλλη. Απαλά- όπως φυσάει το αεράκι. Η θαλασσινή αύρα που δροσίζει  τα φλογισμένα σώματα. Είχε περάσει στο Πολυτεχνείο και δεν το έμαθε ποτέ. Τα αποτελέσματα άργησαν  μια μέρα. Αλλά τι σημασία έχει μια μέρα στην αιωνιότητα!

Ο συγγραφέας δεν έγραψε  ευχάριστα πράγματα.  Εξιστόρησε τη σκληρή πραγματικότητα γύρω μας. Έτσι όπως την προσέλαβε επιστημονικά, κοινωνικά, ανθρώπινα…

Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτή την άτσαλη και άτεχνη παρουσίαση. Μόνο τη φράση του φίλου μου Τζακ (Κερουάκ) θυμάμαι: “Ένας πόνος μαχαίρωνε την καρδιά μου κάθε φορά που έβλεπα μία κοπέλα που αγαπούσα να φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση σε αυτόν τον τόσο μεγάλο κόσμο. Ίσως αυτό να είναι η ζωή. Ένα κλείσιμο του ματιού στα αστέρια”.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here