Η Εκκλησία πρέπει να γυρίσει στις ρίζες της

0
220

Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιάς

Με αφορμή  την αναθεώρηση του Συντάγματος  ήρθε για μια ακόμη φορά στην επικαιρότητα το ζήτημα  του διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος. Το ζήτημα  αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο αλλά εδώ και μισό αιώνα απασχολεί την πολιτεία και σαφώς δεν είναι  εύκολο να επιλυθεί. Και αυτό όχι γιατί κάθε φορά αρχίζει οξύς διάλογος, αλλά γιατί εμπλέκονται θέματα εδραιωμένων θέσεων που για κάποιους είναι κατεστημένο και δεν πρέπει να αλλάξουν.

Μετά την μεταπολίτευση (1974) η εκκλησία  δημιούργησε συνθήκες που επικύρωναν   μια άτυπη συμφωνία αυτοδιοίκησής  με το κράτος, που με αυτό τον τρόπο όριζε τα του οίκου της και αδιαφορούσε  για τις αποφάσεις και τους νόμους του κράτους τους οποίους ερμήνευε  με το δικό της δόγμα.

Από την άλλη πλευρά το κράτος ή καλύτερα η εξουσία,  έκανε ό,τι θεωρούσε εκσυγχρονιστικό, σε θέματα που δεν άγγιζαν τον κεντρικό πυρήνα της εκκλησίας π.χ τα διοικητικά  θέματα, τα ταμειακά κ.α.

Ο διαχωρισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους δυο πολιτειακούς πυλώνες να κάνει ο καθένας ανεξάρτητα τη δουλειά του. Με αυτό τον τρόπο  έκλειναν τα μάτια τους στις ατασθαλίες ο ένας του άλλου, και συνέχιζαν μια «διεστραμμένη» συνεργασία σε βάρος του λαού.

Ο μακαριστός  αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, κωδικοποίησε το έργο της συνεργασίας κράτους εκκλησίας του επίσης μακαριστού Σεραφείμ σε τρεις όρους: α) αλληλεγγύη, β) αλληλοβοήθεια γ) αλληλοεπηρεασμός.

Ειρήσθω εν παρόδω  υπενθυμίζεται ότι την εποχή της βασιλευόμενης Δημοκρατίας και μέχρι το 1996 οι μητροπολίτες επιλεγένταν ανάμεσα σε τρία ονόματα από τον βασιλιά και η αποχώρηση τους, με δική τους πρωτοβουλία γινόταν στα 75 χρόνια. Η παραπάνω διαδικασία ίσχυε και για την επιλογή του  Αρχιεπισκόπου. Ο νόμος αυτός καταργήθηκε επί Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Γεράσιμου Αρσένη και επέβαλε την επιλογή των μητροπολιτών και του Αρχιεπισκόπου. Ορίζοντας πως η εκλογή τους θα γίνεται από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο με απλή συμμετοχή της πολιτείας.

Το πρώτο δείγμα της συνεργασίας και συμπόρευσης  των δυο πυλώνων  αποκόπτεται  με τον περιορισμό της παραδοσιακής ιστορικής ταυτότητας του Ελληνισμού το 1976, με την γλωσσική αλλαγή  επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή  και Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων τον Γεώργιο Ράλλη , ο οποίος με ένα νόμο κατήργησε την καθαρεύουσα και λίγα χρόνια αργότερα χωρίς καμιά ουσιαστική αντίδραση  της εκκλησίας  μειώθηκε η διδασκαλία  του μαθήματος της Καινής Διαθήκης και η επιβολή του μονοτονικού συστήματος σε όλα τα γραπτά κείμενα.

Το πολιτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο συνεργάζεται αρμονικά και όλα τα θεωρούσαν φυσιολογικά  χωρίς να δημιουργείται κανένα πρόβλημα ανάμεσα τους.

Η πρωτοβουλία του Αντώνη Τρίτση ως Υπουργού Παιδείας  η απόφαση του  (ν. 1700/87) για την εκκλησιαστική  περιουσία είναι κεραυνός εν αιθρία. Οι έντονες αντιδράσεις της εκκλησιάς απέναντι σ’ αυτό το νόμο  έγιναν  από τον άμβωνα και μπροστά στο πολιτικό κόστος η τότε κυβέρνηση  απέσυρε το νόμο και ο Υπουργός αντικαταστάθηκε. Τρία  χρόνια αργότερα επί κυβέρνησης Κώστα Σημίτη  γίνεται μια ακόμη παρέκκλιση από τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο Παρασκευάΐδη, ο οποίος οργανώνει λαοσυνάξεις κατεβάζοντας τους πιστούς στους δρόμους και με σημαία το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και σύμβολο της επανάστασης του 1821 κάνει συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος για να μαζέψει υπογραφές απαιτώντας από την κυβέρνηση να γίνει  δημοψήφισμα για την απάλειψη του θρησκεύματος από τα αστυνομικά δελτία ταυτότητας.

Εάν η εκκλησία  θέλει να γίνει ένας ζωντανός σύγχρονος φορέας θα πρέπει να αλλάξει το ουσιαστικό δόγμα που στηρίζεται στην θρησκοληψίας των ηλικιωμένων , να ξεπεράσει το σκοταδιστικό δόγμα των αγκυλώσεων και να επανέλθει  στις αρχές του ορθόδοξου χριστιανισμού που εκφέρεται από την Καινή Διαθήκη και να απεμπλακεί  από το κρατικό δεκανίκι.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here