Πέθανε ο ηθοποιός Στάθης Ψάλτης (66 χρονών)

Πέθανε ο ηθοποιός Στάθης Ψάλτης (66 χρονών)

- in LIFESTYLE
Rate this post

Πέθανε σε ηλικία 66 ετών ο γνωστός ηθοποιός Στάθης Ψάλτης, ο οποίος το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση στο Αντικαρκινικό- Ογκολογικό νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», δίνοντας μάχη με τον καρκίνο -έπασχε από καρκίνο στους πνεύμονες.

Ο Στάθης Ψάλτης γεννήθηκε το 1951. Καταγόταν από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και πήγε σχολείο στο Βέλο Κορινθίας, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια μέχρι την ηλικία των 11 ετών. Στη συνέχεια, η η οικογένειά του μετακόμισε στο Αιγάλεω.

Σπούδασε στη Δραματική σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη και τελείωσε τη Νομική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Παντρεύτηκε την Τάρια Μπούρα, με την οποία χώρισε και το 2006 παντρεύτηκε την ηθοποιό Χριστίνα Ψάλτη.

Πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και στο θέατρο.

Έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής μαζί με την Καίτη Φίνου στη δεκαετία του 1980 με εμπορικές ταινίες όπως τα: Καμικάζι αγάπη μου, Τροχονόμος Βαρβάρα, Τα καμάκια, Βασικά καλησπέρα σας, Και ο πρώτος ματάκιας, Τρελλός είμαι ό,τι θέλω κάνω, Έλα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ, Μάντεψε τι κάνω τα βράδια.

Έχουν μείνει αξέχαστες πολλές ατάκες από ταινίες του, όπως «Μανούλι, είσαι να τη βρούμε;» και «Κούλα, πολύ κω**παιδο ο Κυριάκος!»

Το 1973 στην τηλεοπτική σειρά Οι έμποροι των εθνών τραγούδησε το «Ήτανε μια φορά» του Σταύρου Ξαρχάκου. Έχει τραγουδήσει αρκετά τραγούδια σε ταινίες του και σε επιθεωρήσεις.

Ο ίδιος έδινε σπάνια συνεντεύξεις και ακόμα σπανιότερα αναφερόταν στις ταινίες της δεκαετίας του ’80 που τον καθιέρωσαν στο κοινό.

Τα τελευταία χρόνια είχε δεχτεί προτάσεις να συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις, τις οποίες αρνήθηκε. Η τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο ήταν φέτος στην παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, στο θέατρο Πάνθεον, όπου κρατούσε τον ρόλο της παραμάνας.

Διαβάστε τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Στάθης Ψάλτης στο Thema People και στον Κώστα Μπουρούση, όπως δημοσιεύτηκε στις 25 Οκτωβρίου του 2016.

Αφορμή της συνέντευξης ήταν ο ρόλος του στον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» στο θέατρο Pantheon σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη. Ο Στάθης Ψάλτης είχε ενσαρκώσει την παραμάνα και σε κάθε παράσταση κέρδιζε το παρατεταμένο χειροκρότημα του κοινού.

Μετρημένος και λακωνικός στον λόγο του, σχεδόν πράος στις κινήσεις του, κατά κάποιον περίεργο τρόπο στιβαρός, παρά τα εύκολα συμπεράσματα που γεννά η εμβληματικά skinny φιγούρα του. Το αλλοτινό ποπ είδωλο των 80s μπορεί να είναι πολλά. Σίγουρα δεν είναι αυτό που νομίζεις.

Ενενήντα λεπτά με τον Στάθη Ψάλτη -τα 20 on the record- είναι αρκετά για να σκουντήξεις λίγο παραπέρα τις κλισέ ατάκες που σου ’ρχονται παβλοφικά στο νου από τις περίφημες ταινίες του (βλ. «Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος» κ.λπ.), μα κυρίως για να γεννηθεί μέσα σου μια βασανιστική απορία που μπορεί με σχετική επάρκεια να περιγράψει το δίλημμα: «Με τρολάρει; Δεν με τρολάρει;». Συνεπής στο ραντεβού του φτάνει στο θέατρο «Πάνθεον», όπου κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή μεταμορφώνεται σε Παραμάνα για την ποπ εκδοχή του έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», πιασμένος χέρι-χέρι με την εντυπωσιακή σύζυγό του Χριστίνα. Εκείνη θα είναι άλλωστε σιωπηλός μάρτυρας, διακριτικός παρατηρητής της συζήτησης που θα κάνουμε λίγα λεπτά αργότερα στο καμαρίνι το οποίο ο Ψάλτης μοιράζεται με τον Δημήτρη Πιατά. Καθώς περνά το κατώφλι του θεάτρου τον πλησιάζω και συστήνομαι: «Γεια σας, κύριε Ψάλτη. Εχω έρθει για τη συνέντευξη». «Ποια συνέντευξη;» απορεί. Του εξηγώ. Θυμάται. «Βέβαια, έχω γράψει τις απαντήσεις. Ελάτε στο καμαρίνι μου», λέει. Ο Στάθης Ψάλτης είναι από τους καλλιτέχνες εκείνους που θέλουν να είναι «προπονημένοι» όταν μιλούν δημόσια, γι’ αυτό και έχει ζητήσει εκ των προτέρων τη λίστα με τις ερωτήσεις που θα ήθελα να του υποβάλω. Δεν είναι από σνομπισμό, έπαρση ή ανασφάλεια. Απλώς δεν θέλει να ερωτάται για τα ίδια και τα ίδια ξανά και ξανά. Προφανώς και του είναι αφόρητο να αναμασά τον εαυτό του. Αρκετά το έχουν κάνει οι άλλοι για εκείνον.

Κατευθυνόμαστε προς το καμαρίνι του. Τα βήματά του δεν είναι ούτε μεγάλα, ούτε μικρά, ούτε γρήγορα, ούτε αργά. Φορά ένα καπέλο με μοτίβο animal print, το οποίο θα αποχωριστεί μόνο όταν ξεκινήσει η ψιμυθιολογική μεταμόρφωσή του και στα λιπόσαρκα, μα νευρώδη χέρια του κρατά δύο φακέλους. Διασχίζουμε την υποφωτισμένη ακόμη πλατεία του θεάτρου, όπου ανταλλάσσει χαιρετισμούς με κάποιους από τους συντελεστές της παράστασης και εν συνεχεία κατεβαίνουμε στο υπόγειο όπου βρίσκεται το καμαρίνι του. Ο ιδιωτικός χώρος του για τις δύο ημέρες των παραστάσεων δεν έχει τίποτα προσωπικό, αλλά ούτε και τίποτα απρόσωπο. Ούτε λείπει κάτι, ούτε και περισσεύει. Μου ζητά λίγο χρόνο για να ανοίξει την αλληλογραφία του. Τον κοιτώ να σκίζει τους φακέλους σχεδόν σαν μικρό παιδί. Ισως είναι αμήχανος, ίσως δεν αντέχει αυτή την ξαφνική, επιβεβλημένη, ίσως καταναγκαστική οικειότητα μεταξύ συνεντευξιαστή και συνεντευξιαζόμενου. Λίγα λεπτά μετά αρχίζει να διαβάζει μία-μία τις ερωτήσεις που του έχω στείλει και να απαντά ρίχνοντας ματιές στις χειρόγραφες σημειώσεις του. Κάθε φορά που ολοκληρώνει μιαν απάντηση, τη συνοδεύει από ένα μάλλον ρητορικό «OK;», το οποίο δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις αν εκφέρει με πυγμή ή από συστολή.

Η πρώτη ερώτησή μου αφορά στο πώς γεννήθηκε η συνεργασία του με τον Δημήτρη Λιγνάδη. «Καταρχάς δεν γεννήθηκε η συνεργασία», με διορθώνει. «Κυοφορούνταν. Διότι στο παρελθόν ο Δημήτρης Λιγνάδης μού είχε κάνει δύο φορές πρόταση για σπουδαία έργα, αλλά δυστυχώς είχα άλλες υποχρεώσεις. Αυτή τη φορά με πήρε τηλέφωνο τον Οκτώβρη του 2015 και μου είπε “σε θέλω στο έργο του Σαίξπηρ”. Αμέσως δέχτηκα». Και ποια ήταν η πρώτη σκέψη του όταν ο Λιγνάδης τού πρότεινε να υποδυθεί την παραμάνα; «Η πρώτη μου σκέψη είχε μία δυσκαμψία. Μόλις την ξεπέρασα, μετά από πολλή σκέψη, βρέθηκε η λύση. Στο παγκόσμιο θέατρο κανείς δεν είχε σκεφτεί έως τώρα ότι η παραμάνα μπορεί να είναι γελωτοποιός. Μέσα από το έργο παίζει τραγωδία, παίζει κωμωδία, παίζει δράμα, παίζει την αστεία όταν πρέπει. Γιατί είναι το Μαντείο των Δελφών. Ξέρει από την αρχή το τέλος της Ιουλιέτας και γι’ αυτό το παίζει. Ή το ερμηνεύει. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη μου η οποία συναντήθηκε με του κυρίου Λιγνάδη», εξηγεί μιλώντας μάλλον χαμηλόφωνα, σχεδόν με πραότητα.

Κοντεύει να τελειώσει το πρώτο τσιγάρο του όταν η κουβέντα μάλλον αναμενόμενα έχει μετατοπιστεί από την γελωτοποιό-Παραμάνα του 2016 στη χρυσή -από κάθε άποψη- δεκαετία του ’80. Αποφεύγω τις ερωτήσεις επί προσωπικού και ρωτώ ένα από τα ποπ ινδάλματα εκείνης της εποχής γιατί τελικά τα 80s είναι τόσο σημαδιακά για την κοινωνία μας. Γιατί επιστρέφουμε σ’ αυτά ξανά και ξανά. «Τα 80s είχαν ελπίδα, είχαν χαμόγελο, είχαν όνειρα. Ολα αυτά γεννούν την ευτυχία. Τώρα βέβαια η εποχή που ζούμε δεν γεννά ούτε χαμόγελο, ούτε όνειρο, ούτε ελπίδα», απαντά λακωνικός. Του επισημαίνω την οικονομία λόγου. Χαμογελά και συνεχίζει διαβάζοντας την επόμενη ερώτησή μου, μαζί και την απάντησή του. «Πού συγκλίνει και πού διαφέρει ο ηθοποιός από τον άνθρωπο Ψάλτη; Δεν συγκλίνουν πουθενά. Γιατί στη σκηνή υποκρίνομαι και στη ζωή είμαι αληθινός». Οσο για το πώς και το γιατί αποφάσισε να γίνει ηθοποιός; «Δεν αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, άλλοι το αποφάσισαν και είχαν δίκιο, γιατί είχα γεννηθεί ηθοποιός. Ηταν οι δάσκαλοί μου από τη δραματική σχολή και οι πρώτοι επιχειρηματίες που με φώναξαν, ο Λειβαδάς, ο Μπουρνέλλης και κάποιοι άλλοι», λέει.

Ο Στάθης Ψάλτης πιστεύει πως γεννήθηκε με το χάρισμα του ηθοποιού, ότι το γνώριζε από τότε που βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Κι ας μην μπορεί να το ανακαλέσει ως ανάμνηση. Εκείνο που θυμάται ξεκάθαρα ήταν η πρώτη φορά που υποδύθηκε επαγγελματικά έναν ρόλο μπροστά σε κοινό. «Επαιξα την Κατρακυλίτσα του Μποστ. Ηταν μια καθαρίστρια τζαμιών που έπεφτε από τον 28ο όροφο και πέφτοντας έβλεπε τι γινόταν σε κάθε όροφο και το διακωμωδούσε με ταχύτητα λόγου. Οσο έπεφτε, τόσο πιο γρήγορα τα έλεγε. Για να καταλάβεις με μια αναπνοή έλεγα τέσσερις σελίδες κείμενο. Ηταν το 1982 στο Θέατρο Παρκ». Πριν από την υποκριτική ο Ψάλτης είχε κάνει πολλές δουλειές, ανάμεσά τους κι εκείνη του ναυτικού. Μπορεί να μπάρκαρε στα καράβια όταν ήταν μόλις 12 ετών, ωστόσο οι εκφράσεις του προσώπου του όταν φτάνουμε στην ερώτηση για τα παιδικά χρόνια του στην επαρχία της Κορινθίας μαρτυρούν πως ήταν ωραία χρόνια. «Ξέγνοιαστα ήταν τα παιδικά χρόνια μου. Ξέγνοιαστα στους χωματένιους δρόμους που όταν ποτίζονταν οσφριζόσουν τη μυρωδιά της γης». Λέει ακόμη ότι οι παιδικοί ήρωές του ήταν ο Γιώργος Θαλάσσης και ο Σπίθας από τον «Μικρό Ηρωα». Δεν ήθελε, όμως, να τους μοιάσει. «Αυτός στον οποίο ήθελα να μοιάσω ήταν ο πατέρας μου. Και μόνο αυτός. Αν το κατάφερα; Απόλυτα». Οσο για τους καθοριστικούς ανθρώπους στη ζωή και στην καριέρα του; «Καθοριστικοί στην καριέρα μου ήταν οι αείμνηστοι Βαγγέλης Λειβαδάς και Σμαρούλα Γιούλη. Και τη ζωή μου την καθόρισαν οι εμπειρίες που απέκτησα. Το μόνο που έχω πάρει από τη ζωή είναι εμπειρίες. Αν με έχουν κάνει καλύτερο άνθρωπο; Εσείς τι λέτε; Τι άνθρωπο βλέπετε; Οι κακές εμπειρίες σε κάνουν καλό, οι καλές εμπειρίες σε κάνουν καλύτερο. Και καλές και κακές εμπειρίες έχω ζήσει. Αν μου ’χει λείψει κάτι στη ζωή μου; Απολύτως τίποτα. Να μου ’χει λείψει το κότερο που δεν ήθελα ποτέ να έχω; Η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις. Και από φίλους προδίδεσαι, και από συντρόφους προδίδεσαι, και εσύ μπορεί να προδώσεις. Ολα υπάρχουν. Μπορώ να πω ότι τώρα είμαι ήρεμος και ήσυχος. Εχω απολαύσει τη ζωή μου με όλες τις αλήθειες και με όλα τα ψέματα. Ζω υπέροχα», λέει.

Δηλαδή, πώς είναι μια μέρα του; «Η καθημερινότητά μου είναι όπως ήταν χθες, όπως ήταν προχθές, όπως θα είναι αύριο. Ο νοών νοείτω», λέει ολοκληρώνοντας τον κύκλο των απαντήσεών του και οδηγώντας με μηχανικά να πατήσω το stop στο κινητό τηλέφωνο που καταγράφει τη συνομιλία μας.

Στην πραγματικότητα είναι σαν με έναν μεταφυσικό τρόπο να πατώ το play στον ίδιο. Με ρωτά αν θα ήθελα να μου προσφέρει καφέ και ξαναρωτά το όνομά μου. Αρνούμαι τον καφέ, αλλά όχι το όνομά μου. Τότε με ρωτά αν μπορεί να με λέει «αγάπη». Τον κοιτώ φέρνοντας ξανά στον νου μου το αναπάντητο ως τώρα δίλημμα: «Τρολάρει; Δεν τρολάρει;». Κι από εκείνο το σημείο ξεκινά μια εξόχως ενδιαφέρουσα παράλληλη κουβέντα για τη ζωή που προπαγανδίζει τους ανθρώπους, για τον θάνατο, για τον λόγο που εκείνος επιμένει πως δεν ενθουσιάζεται ποτέ. Με τίποτα και με κανέναν. Είναι σχεδόν άδικο που η δεοντολογία του off the record δεν μου επιτρέπει να περιγράψω τη συναρπαστική συνέχεια. Αλλά ποιος είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη; Οχι πάντως ο Στάθης Ψάλτης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may also like

«Ταυτοποιήθηκε» ο ισλαμοφασίστας επίδοξος «καμικάζι-δολοφόνος»

Ο ισλαμοφασίστας επίδοξος δολοφόνος της χθεσινής «δολοφονικής απόπειρας»